Κι ο κλήρος έπεσε σε μένα.
Σιγά σιγά να φαγωθώ.
Ο πιο γενναίος.
Και σε πέντε έξι χρόνια
Σωθήκαν ό-ό-όλες οι αντοχές οε οεεεε οεεε οεεεεε
Και επειδή ο πολυμήχανος επιβιώνει από ένστικτο και ενάντια στους καιρούς.
Βρήκα πανοπλία. Από ατσάλι. Κι εκεί που είπα θα λυγίσω, ατσαλώθηκα.
Φέρτε έλεγα.
Θα σας φάω όλους.
Φέρτε!
Ατσάλινη πανοπλία φορώ. Αντέχω!
Κι άντεξα. Πιο πολύ κι απ το αναμενόμενο.
Μόνο που να, είναι κάτι μάτια, που όταν τα κοιτώ, πέφτουν οι πανοπλίες.
Γυρίζω τα μέσα έξω μου τούμπα για να μη με κοιτούν θλιμμένα.
Κι είναι τα μοναδικά που δεν μπορώ να κάνω να γελάσουν.
Κι όλα τα γιατί τους δεν μπορώ να τ’ απαντήσω.
Κουράστηκα τόσο.
Ένα ζευγάρι μάτια όλο ρυτίδες- τα δικά μου,
αντικρίζουν ένα ζευγάρι μάτια όλο «γιατί».
(Μοιάζουνε τόσο τα μάτια μας μάτια μου).

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου