
Μού κόπηκαν τα πόδια, τα φτερά, ο τσαμπουκάς.
Ψάχνω να βρω τον θαρραλέο εαυτό του παρελθόντος.
Μα αντικρίζω το φοβισμένο κοριτσάκι που κρυβόταν κάτω από το τραπέζι.
Έχω διπλώσει χέρια και κορμί, να με αγκαλιάσω. Να προστατευτώ.
Γιατί κάτι βαθιά μου λέει, μην πληγωθείς, αυτή τη φορά δε θ αντέξεις.
Κι αυτός ο φόβος, γιγαντώνει, γίνεται πανικός, πνίγει, γίνεται θηλιά.
Και δεν υπήρξα φοβισμένη. Άστοχη άσκεφτη παρορμητική ναι.
Όχι δειλή. Αυτός ο φόβος με παγώνει. Και μ’ αηδιάζει.
Τον μισώ και με μισώ. Με απεχθάνομαι αλλά βουλιάζω.
Ξένη σε μένα, κοιτώ φωτογραφίες σε αποκοτιές να με ξανάβρω.
Πως το θαυμάζω εκείνο το άφοβο το πλάσμα… πως το ζηλεύω…
Εκεί χαμογελούσα, και τα μάτια μου είχαν ιδιοκτησία τον κόσμο.
Τώρα νίβομαι και τα έχω κλειστά να μην κοιτάξω τον καθρέφτη.
Ποια είναι αυτή?
Η απελπισία είναι λέξη χωρίς πάτο
2 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου