Τετάρτη 7 Δεκεμβρίου 2016

Εξαίσια αδαείς.



Θυμάμαι κάτι πρόσωπα ώρες ώρες.
Ονόματα έχω πια μισοξεχάσει.
Τί να ‘γινε ρε η Κατερίνα, 
ή το αγόρι που όλο σφύριζε όταν δουλεύαμε...
Τί κάνουν όλοι αυτοί που πέρασα στιγμές μαζί τους?
Κάτι άγραφα πρόσωπα όλο λάμψη στα μάτια και υποσχέσεις.
Τώρα πια έχουν θολώσει οι μνήμες. Σκονίστικαν τα πρόσωπα.
Άλλαξαν? Γέρασαν? Τους φέρθηκε καλά η ζωή?
Οι δυσκολίες ήταν μπροστά,
κι εμείς ανόητα κανονίζαμε την επόμενη εξόρμηση.
Θυμάμαι κομμάτια απο αλητείες,
κάτι ξαναμένες φάτσες να γελάνε μεθυσμένες.
Απο κρασί, απο νιότη, απο το άγνωστο,
που απλωνόταν μπροστά και μας γοήτευε.
Η ατέλευτη δυνατότητα για ... οτιδήποτε.
Πόσο δυνατοί νοιώθαμε τότε!
Τί κάνει άραγε εκείνος ο εαυτός, 
ο ασύλληπτα αδαής ξένοιαστος αραχνιασμένος εαυτός?
Τον μισώ και τον ζηλεύω λίγο τώρα.
Απο τη μιά να τον μαλώσω θέλω, να προσγειωθεί, 
και απο την άλλη να τον κρύψω κάπου, να μην τον βρει η ζωή 
...και τον πετάξει απο τη σέλα.

Δεν υπάρχουν σχόλια: