Τετάρτη 16 Ιουνίου 2010

Οι ήχοι της νύχτας…




Τέτοιες ώρες που οι άλλοι κοιμούνται, αξίζει να αφουγκράζεσαι.
Αραχτή στην αιώρα παρακολουθώ τους ήχους των ανθρώπων να αραιώνουν και σβήνουν.
Τραβάω το σκοινάκι και πιάνω το γδάρσιμο του πάνω στον κορμό.
Τις φτέρες που τρίβονται στο καραβόπανο.
Ένα μηχανάκι κάπου μακριά, αγκομαχάει σε μια ανηφόρα.
Οι γρύλοι συνοδεύουν κάθε άλλο ήχο.
Αν συγκεντρωθώ θα ακούσω το φύλλο που πέφτει.
Ένα λεμόνι που θα αφήσει το δέντρο και θα ταράξει την ησυχία με ένα απότομο γδούπο.
Ο Γκιώνης. Όλη νύχτα ο Γκιώνης.
Αλαφροπατήματα στον τοίχο από τα μολυντήρια.
Έχω αφήσει ανοιχτό το ράδιο, μα δε με φτάνει η μουσική.
Κάτι σκόρπιες νότες που δεν γίνονται συνείδηση.
Ανατριχιάζω. Αυτή η δροσιά μετά από μια ημέρα ζέστης με ανανεώνει.
Αδειάζω το μυαλό μου από τις σκέψεις. Συγκεντρώνομαι στους ήχους.
Ένα μακρινό τρίξιμο των τροχών πάνω στο χαλίκι.
Πιάνω την ανάσα του σκύλου που κοιμάται.
Ένας υπόκωφος βήχας
Η νύχτα δεν έχει φεγγάρι.
Με φτάνει το αδύναμο φώς από τη λάμπα του δρόμου ανάμεσα στα φυλλώματα και ένα κερί που σβήνει.
Νοιώθω ένα κομμάτι μου να ξυπνάει όταν οι υπόλοιποι κοιμούνται, ενσυνείδητα αλλά απόκοσμα.
Τραβάω κι άλλο το σκοινάκι της αιώρας. Ζαλίζομαι ευχάριστα.
Μεγαλώνουν οι ώρες και παγώνουν τα μπράτσα μου.
Μυρμηγκιάζει το στήθος.
Τέτοιες νύχτες χαίρομαι την αϋπνία μου.
Σε εγρήγορση δαγκώνω κομμάτια της και καλοδέχομαι ότι έχει να μου προσφέρει.
Καλοδέχομαι κι άλλες μυρωδιές. Κάτι σαν καρπούζι άγουρο πλανάται στον αέρα.
Το αντηλιακό μου που κρατάει από το μπάνιο, κάτι σαν ξερά φύλλα σε νοτισμένο έδαφος.
Όλες οι μυρωδιές, ανάκατες, άπιαστες. Έχω ανατριχιάσει ολόκληρη.
Κάπου υπάρχει μια κουβέρτα.
Αναρωτιέμαι αν θα τη βρω εύκολα.
Απόψε θα τραμπαλίζομαι μέχρι το ξημέρωμα…

Δεν υπάρχουν σχόλια: