Απο παιδί φοβόμουνα τη θάλασσα. Κάποιος μεγαλύτερος ξάδερφος
και καντάρια νερό φρόντισαν γι αυτό στη διάρκεια μιας πατητής. Όλα τα παιδιά
ήξεραν κολύμπι, κι εγώ ίσα που επέπλεα. Πήγαινα ως εκεί που οι μύτες των ποδιών
μου ακουμπούσαν ελαφρά, και προσπαθούσα να βρω κουράγιο να κάνω μια βουτιά. Να
μη φοβηθώ, με το τρία να πέσω. Αλλά ποτέ δεν έπεφτα. Μετά μεγάλωσα, κι άρχισα
να φοβάμαι κι άλλα πράγματα. Ηλίθια μερικές φορές, όπως τις ακρίδες,
ανατριχιαστικά άλλες, όπως τους κλόουν. Αλλά για κάθε φόβο που παραδεχόμουν,
καταργούσα έναν υπάρχοντα. Έτσι, έμαθα να μιλάω με κοινό, να μην αποστρέφομαι
το αίμα και τις πληγές, και να πετάγομαι στο σκοτάδι να ερευνήσω απο που ήρθε ο
θόρυβος. Αντάλασσα κάθε φόβο μου με κάποιον άλλο.
Μέχρι που μια μέρα, που δεν τη θυμάμαι πια, ήρθε η στιγμή
που αντάλλαξα το φόβο της βουτιάς με το φόβο της επάρκειας. Βούτηξα στη θάλασσα
τόσο άτσαλα, τόσο βαθιά, τόσο λυτρωτικά, που κατα μία έννοια, ποτέ δεν βγήκα.
Δεν μου έδειξε κανείς πως, ακόμα και
τώρα βουτάω με πείσμα, χωρίς σκοπό, μόνο για να βουτήξω. Μένω κάτω απο το νερό,
όσο κρατάει η ανάσα και λίγο ακόμα.
Κι έτσι πέρναγαν τα
χρόνια, οι παρέες στις παραλίες, κι εγώ στα βαθιά, ώρες να φεύγουν αντάμα και
χώρια, αυτοί με τους καφέδες τους, και εγώ με τις βουτιές μου, γιατί είχα να
αποδείξω σε ένα οκτάχρονο οτι μπορεί. Η βουτιά για μένα ήταν εργαλείο, αλλά
χρειάστηκε να μεγαλώσω αρκετά μέχρι να μάθω πόσο χρήσιμο εργαλείο ήταν. Ήρθαν
δύσκολοι καιροί, και για εξορμήσεις στις θάλασσες ούτε λόγος, ούτε κουράγιο. Αλλά
έμοιαζε σαν να ήμουν μέσα στη θάλασσα, και
πνιγόμουν διαρκώς. Δεν μπορούσα να το πολεμίσω, και δεν ήξερα με τι να τ’
ανταλλάξω, ωσπου αποφάσισα να το αγαπήσω. Κι έκανα την τελευταία βουτιά σ’ αυτό
που φοβόμουν περισσότερο. Το μέσα μου.
Και ανακάλυψα πράγματα που δεν είχα φανταστεί, το μέσα μου
ήταν ατελείωτο, και είχα ανάγκη απο χρόνο. Χρόνο να καταλάβω. Έτσι έφυγαν σιγά
σιγά απ τη ζωή μου οι άλλοι, μακρινός θόρυβος που έπαψα ν’ ακούω, και με βύθισα ηθελημένα στην
απόλυτη σιωπή. Βυθισμένη στη σιωπή ακόμα γράφω, λατρεύοντας την κατάσταση μου,
αναγνωρίζοντας τον πανικό στα βλέμματα τους όταν σηκώνω το κεφάλι μου , αλλά με
έντονη διάθεση να ζήσω εδώ για πάντα. Χωρίς να εξηγώ, οι άλλοι δεν μπορούν να
καταλάβουν αυτά που δεν καταλαβαίνουν.
Υπάρχουν όμως και στιγμές που αμφιβάλω, και σκέφτομαι οτι
ίσως τελικά αντάλλαξα το μέσα μου, με κάτι που δεν είχα φανταστεί, με κάτι που
δεν φοβήθηκα ποτέ, με κάτι που δυσκολεύομαι ακόμα και τώρα να το δω, την ίδια
τη ζωή. Όπως την εννοούν οι άλλοι, όπως τη ζουν οι άλλοι, όπως αυτή που ακόμα και τώρα που γράφω μου
φαίνεται καταπιεστική λειψή και υποκριτική. Σκεφτόμουν να αναδυθώ για να μου
αποδείξω οτι κάνω λάθος. Σκεφτόμουν να παραμείνω στο βυθό μου για να μου αποδείξω
οτι κάνω σωστά. Μέχρι που σκέφτηκα οτι
δε χρειάζομαι αποδείξεις, μπορώ να κάνω τα πάντα, αυτό το παιχνίδι έληξε, δε
χρειάζεται να φοβηθώ, να αποδείξω, να ανταλλάξω τίποτα πια.
17 01 2017

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου