
Γκρεμοτσακίζεσαι σε έναν απότομο γκρεμό,
Φτάνεις στον πάτο με μια κραυγή και αίματα.
Παρόλη την τρομάρα είσαι ακόμα εδώ,
Κοιτάς ψηλά, απ όπου έπεσες, και λες…
Δε θα ανέβω ποτέ πια.
Μουδιάζει το κορμί απ την τρομάρα.
Μετά σε μουδιάζει ο πόνος.
Σέρνεσαι στον πάτο του γκρεμού σβαρνίζοντας τα κέρατα σου στις πέτρες.
Ξύνεις τις οπλές σου στα χάτσαλα.
Δεν είσαι άνθρωπος πια.
Είσαι αίγα.
Κοιτάς ψηλά.
Το ένστικτο οδηγεί.
Στα πρώτα βήματα πονάς.
Σιγά σιγά συνηθίζεις.
Τον πόνο τον κάνεις σύντροφο.
Κάπου στην αρχή, γκρεμοτσακίζεσαι ξανά.
Μα δε σε νοιάζει πια.
Δεν είσαι άνθρωπος.
Είσαι αίγα.
Κοιτάς ψηλά.
Αρχίζει να βρέχει.
Γλιστράνε οι βράχοι.
Δεν έχει σημασία.
Δεν υπάρχει σκοπός. Ούτε στόχος.
Σε πάει το ένστικτο.
Και αυτό λέει επάνω.
Λέει να μην κοιτάς κάτω.
Να μη σε νοιάζει τίποτα.
Λέει πως δεν υπάρχουν χέρια να πιαστείς.
Ούτε δικά τους, ούτε δικά σου.
Δεν έχεις χέρια.
Είσαι αίγα.
΄Εχεις οπλές.
Όπλα.
Πείσμα.
Ένστικτο.
2 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου