Το θυμάμαι σαν κάποια ταινία που μου άρεσε, κάτι σκηνές,
προτάσεις και νοήματα που θόλωσαν στα χρόνια. Πρέπει να ήμουν πολύ μικρή. Με άφηνε να παίρνω το σκαμνάκι μου, να το βάζω
ανάμεσα στις σειρές με τις τοματιές, για να τον βοηθάω. Μου είχε πει, οτι οι
Ιταλικές, επειδή ήταν μικρούλες, όπως εγώ, ήταν οι δικές μου και έπρεπε να τις
φροντίζω όπως φρόντιζε εκείνος τις δικές του, τις μεγάλες.
Έπαιρνα λοιπόν το λάστιχο, και το έβαζα στη ρίζα, όχι επάνω,
αλλά δίπλα στο αυλάκι, και περίμενα το νερό να κυκλώσει τη ρίζα της τοματιάς για
να την κάνει νησάκι. Τότε έπρεπε να βάλω το λάστιχο στην επόμενη. Θυμάμαι να
κοιτάω προς τα πάνω, και η μύτη μου να ακουμπάει σε μια μοσχοβολιστή τομάτα,
εγώ να μυρίζω το θεσπέσιο άρωμα κι εκείνος να μου φώναζει οτι τις έχει ρεντίσει
με χαλκό, και να μην δαγκώσω καμία, γιατί θα δηλητηριαστεί το στόμα μου. Όλα
ήταν καλά όταν ήμουν μαζί του.
Μετά φεύγαμε απο το χωράφι, κατεβαίναμε στον κήπο, και
φροντίζαμε τα δέντρα. Τον παρακάλαγα να με αφήσει να βάλω σχοινί στην κορομηλιά για να κάνω κούνια, και κάποτε με
είχε αφήσει. Κι ας κουνιόταν όλο το δέντρο, η σιδεριά που ακούμπαγε και όλη η
κρεβατίνα.
Θυμάμαι τότε που κεντρώσαμε την μανταρινιά γιατί έκανε άνοστα
και γεμάτα κουκούτσια μανταρίνια. Δεν ήξερα τι σημαίνει η λέξη κεντρώνω, και
είχα κολήσει δίπλα του όλο περιέργεια να δω τι θα κάνει. Μου εξηγούσε με εκείνη
την ανεξάντλητη υπομονή του πως το δέντρο θα κάνει δύο ειδών μανταρίνια απο δω
και πέρα. Κάθε πρωί, κοιτούσα τα κλαδιά,
και προσπαθούσα να φανταστώ τη διαδικασία που μου εξήγησε να γίνεται μέσα στο
δέντρο.
Τον παρακολουθούσα μέχρι τα βαθιά του γεράματα να ανασκαλεύει
γύρω απο τις λεμονιές. «Εεεε παππού, τι τα θέλεις τόσα δέντρα, άστα πια τα
ρημάδια, αφού δεν μπορείς ούτε να περπατήσεις. Τι να τα κάνουμε τόσα λεμόνια,
άστα κι έλα να παίξουμε δηλωτή. Θα τσακίσεις τη μέση σου.» Κουνούσε το κεφάλι
του προσπαθώντας να τεντώσει τη μέση του: «Ααααχ τσούπα μου, θα το θυμάσαι αυτό
κάποτε. Τότε θα έχω φύγει. Κάποια μέρα, θα με σχωρνάς για τις λεμονιές. Τοτε θα
καταλάβεις». Πως το ξερε?
Κοιτάζω τις λεμονιές του, τον θυμάμαι και χαμογελάω. Κατάλαβα
επιτέλους. Κάτω απο τα φύλλα νοιώθω οτι είναι κάπου δίπλα μου και μου μιλάει.
Λες και τον περιμένω να γυρίσει για να παίξουμε δηλωτή. Πόσα ολόγλυκα μανταρίνια
έχω κόψει απο εκείνη την κεντρωμένη μανταρινιά! Ξέχασα τα γεμάτα κουκούτσια
μανταρίνια. Έγινε αυτό που μου χε πει. Το καινούριο θα καβαλίσει το παλιό... Όταν
πάω στη λαική πια, περνάω απο τους πάγκους, κι αν δε έρθει εκείνη η γνώριμη
μυρωδιά, να με πιάσει απο τον ώμο, δεν σταματάω σε αυτούς με τις τομάτες. Θα
μου δείξει εκείνος σκέφτομαι, και προχωράω.
Και να, που υπάρχουν κι άλλοι παππούδες και μπαμπάδες, γιοί
κι εγγονές, που ψιθυρίζουν τα ίδια λόγια στα παιδιά τους κι εκείνα στα δικά
τους, και τα σοβαρά και τα άξια αυτού του κόσμου φυτεύονται όπως τα σποράκια,
γίνονται βλαστοί δέντρα καρποί. Κι ο κόσμος γυρίζει, γυρίζει, γυρίζει...
Θυμήσεις με αφορμή το σκίτσο...
.jpg)
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου